Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

«Όλα στο σφυρί»

«Όλα στο σφυρί»

Ανακοίνωση Δημοκρατικής Συνεργασίας



Ανακοίνωση Δημοκρατικής Συνεργασίας
Ιούνιος 2014
To 2010 με οργή και αγανάκτηση έγιναν δεκτά τα δημοσιεύματα της γερμανικής εφημερίδας Bild που μας συμβούλευαν να πουλήσουμε την Ακρόπολη για να ξεχρεώσουμε… Τότε κάτι τέτοιο θεωρήθηκε εξωφρενικό. Σήμερα το 2014, που συντελείται γενικό εθνικό ξεπούλημα κάποιοι το συζητάνε … Δε φτάσανε βέβαια ακόμη στο σημείο να πουλήσουν την Ακρόπολη, έκαναν όμως την αρχή, να εκμεταλλευτούν «εμπορικά» τα αρχαία μνημεία μας με το αζημίωτο…
Ξένοι ιδιωτικοί φορείς ζήτησαν την παραχώρηση δημόσιων αρχαιολογικών χώρων και μνημείων με στόχο να πραγματοποιήσουν εντός αυτών εκδηλώσεις, γενικές συνελεύσεις, συνέδρια που πλαισιώνονται με δείπνο ή κοκτέιλ με την καταβολή αντιτίμου. Και το αίτημά τους έγινε δεκτό από τους αρμόδιους, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου. Πάμπολλα αιτήματα για όλους τους μεγάλους αρχαιολογικούς χώρους  σε όλη την Ελλάδα ειδικά την καλοκαιρινή περίοδο.
Τι σχέση έχουν τα δημόσια Μουσεία, οι δημόσιοι Αρχαιολογικοί Χώροι και τα δημόσια Μνημεία με συμπόσια ή κατανάλωση τροφής ιδιωτών; Καμμία.  Άρα; Δικαιολογίες πολλές σε μια χώρα, που οι εκπτώσεις συμβαίνουν σε όλη τη σφαίρα του δημόσιου βίου.
Η κυβερνητική πολιτική «τα βγάζει όλα στο σφυρί», αλλά και τα θεσμικά όργανα – πλειοψηφία του ΚΑΣ (Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο) – που έχουν ταχθεί να προστατεύουν την Αρχαιολογική κληρονομιά, δε δίστασαν κάτω από τις πολιτικές πιέσεις, να ενδώσουν στα διάφορα ιδιωτικά-επιχειρηματικά συμφέροντα και να παραχωρήσουν τα μνημεία απαξιώνοντάς τα και θίγοντας την ηθική υπόσταση τους. Ισχυρίστηκαν και το μοναδικό, ότι «οι άνθρωποι που θα φάνε στους χώρους αυτούς είναι άνθρωποι επιπέδου, γνωρίζουν πώς να συμπεριφερθούν»(!). Ωστόσο, οι άνθρωποι ανώτερου πνευματικού επιπέδου δεν θα επέλεγαν να δειπνήσουν ανάμεσα σε αγάλματα ή στο στίβο του Παναθηναϊκού Σταδίου, θα πήγαιναν σε ένα πολυτελές εστιατόριο ή ξενοδοχείο.
Η επιχειρηματική ελίτ αναζητά μια «ιδιαίτερη επαφή» με τους πολιτιστικούς μας χώρους κατ’ εξαίρεση και με κριτήριο τον πλούτο της και την επίδειξη ισχύος της. Όχι όποιοι κι όποιοι, αλλά μόνο οι οικονομικά ισχυροί επιτρέπεται να απολαμβάνουν, όπως αυτοί επιθυμούν, τα αρχαία μνημεία, με ποικίλες εκδηλώσεις που ξεφεύγουν από τον καθαρά αρχαιολογικό χαρακτήρα τους.
Από την άλλη, πολιτικοί και παράγοντες που διαχειρίζονται την εξουσία στο όνομα των συμφερόντων των οικονομικών ελίτ που τους ανέδειξαν αποφασίζουν υπέρ των συμφερόντων των «φίλων» τους προκειμένου να είναι αρεστοί, και παραχωρούν δημόσιους χώρους για δημοσιοσχετίστικες φιέστες, με την επίπλαστη επικάλυψη της  διεθνούς προβολής της χώρας και της εισπράξεως ικανού αντιτίμου, το οποίο δήθεν θα συμβάλλει στα έσοδα μιας χρεοκοπημένης χώρας.
Για την επιτυχή πλαισίωση μιας τέτοιας εκδήλωσης με την χλιδή που της αρμόζει (ηχητικές-ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, κέτερινγκ, μικροφωνικός εξοπλισμός, τραπεζοκαθίσματα, γεννήτριες κλπ) οι αρχαιολογικοί χώροι που θα την φιλοξενήσουν κλείνουν αυθαίρετα πολύ νωρίτερα για τον απλό επισκέπτη (που ενδεχομένως έχει ταξιδέψει από τα πέρατα της γης και διαθέτει λίγες ώρες) τόσο την ημέρα της εκδήλωσης, όσο και κατά περίπτωση την προηγούμενη και την επόμενη μέρα. Ωράριο-λάστιχο λοιπόν παρόλο που πληρώθηκαν χρήματα για προσλήψεις ώστε να λειτουργήσουν οι αρχαιολογικοί χώροι από το πρωί έως το βράδυ και να αυξηθεί η επισκεψιμότητα.  Δύο μέτρα και δύο σταθμά: για πατρίκιους (ανοιχτά) και για πληβείους (κλειστά) αντίστοιχα. Η φύλαξη και η καθαριότητα των χώρων γίνεται από τους εργαζόμενους χωρίς αποζημίωση καθώς η πολιτική ηγεσία δεν υπογράφει τη σχετική ΚΥΑ που προβλέπει ο νόμος. Οι «άνθρωποι επιπέδου» προσέρχονται στην εκδήλωση με τα πολυτελή οχήματά τους τα οποία οδηγούν ενίοτε μέσα στους αρχαιολογικούς  χώρους για να μην διανύσουν πεζοί έστω και λίγα μέτρα. Στα γύρω οικοδομικά τετράγωνα απαγορεύεται η στάθμευση για όλους ανεξαιρέτως και για τους μόνιμους κατοίκους, για λόγους ασφαλείας. Μέσα στους αρχαιολογικούς χώρους κατά το στήσιμο της εκδήλωσης παρευρίσκεται πολυάριθμο ιδιωτικό προσωπικό με κίνδυνο τον εντοπισμό «τρωτών» σημείων.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η πολιτιστική μας κληρονομιά γίνεται αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης με τις προσφιλείς  δικαιολογίες του κέρδους και της διεθνούς προβολής της χώρας μας στο εξωτερικό. Πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν οι χώροι αυτοί έχουν φιλοξενήσει δράσεις με διοργανωτή το επίσημο, ελληνικό κράτος: Ολυμπιάδα, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. Να θυμίσουμε την παραχώρηση του Ηρωδείου στον Κάλβιν Κλάιν για επίδειξη μόδας, κάτι που ματαίωσε η κινητοποίηση καλλιτεχνών στο τέλος της δεκαετίας του 1990.Το 2008, επετράπη στην Τζένιφερ Λόπεζ να κάνει τη φωτογράφιση της συλλογής ρούχων της στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, ξεσηκώνοντας φυσικά αντιδράσεις. Το βασικό επιχείρημα ήταν τότε ότι αντίστοιχες εκδηλώσεις γίνονται σε όλα τα μνημεία του εξωτερικού.
Το ίδιο ισχυρίστηκαν και σήμερα κάποια μέλη του ΚΑΣ, πως και η Ιταλία δίνει τα μνημεία της για ανάλογες ιδιωτικές εκδηλώσεις, ξεχνώντας ηθελημένα πως η εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς στη γείτονα εκτροχιάστηκε επί Μπερλουσκόνι, δίνοντας άδεια ακόμη και για τη χρήση αγαλμάτων όπως ο Δαυίδ του Μικελάντζελο με ταπεινωτικό τρόπο. Να θυμίσουμε ακόμη πόσο κατακριτέα-και πολύ σωστά-ήταν πριν λίγα χρόνια τα καναπεδάκια και οι σαμπάνιες μέσα στην αίθουσα των Παρθενώνειων Γλυπτών στο Βρετανικό  Μουσείο.
Παραδειγματιζόμαστε λοιπόν από τα χειρότερα που έχουν πράξει Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και δημιουργούμε έτσι προηγούμενο και για άλλα αντίστοιχα αιτήματα που στο παρελθόν δεν γίνονταν δεκτά.  Πάντα, με τη δικαιολογία ότι θα καταβληθεί το ανάλογο τίμημα και ότι θα προβληθεί η χώρα στο εξωτερικό. Το ΚΑΣ είπε πως θα ζητηθούν περισσότερα χρήματα από τα οποία προβλέπει η υπουργική απόφαση για παραχωρήσεις. Πρόκειται για επιχείρημα που δεν ευσταθεί ούτε από ηθικής πλευράς, αφού δεν πρέπει να υπερισχύει το χρήμα έναντι της πολιτιστικής κληρονομιάς (Στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης), ούτε από ρεαλιστικής πλευράς, αφού αυτό που υποκρύπτεται είναι ο συγχρωτισμός και οι δημόσιες σχέσεις πολιτικών, κρατικών υπαλλήλων και άλλων φιλόδοξων καλοθελητών, που επιθυμούν έμπρακτα να είναι  αρεστοί σε  εύρωστους και ισχυρούς επιχειρηματίες.
Η απαξίωση της αρχαιολογικής κληρονομιάς γίνεται με πολλούς τρόπους από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις κυβερνήσεις και τους καλοθελητές τους: Η εγκληματική αποψίλωση από ειδικευμένο προσωπικό (αρχαιολόγους, συντηρητές, εργατοτεχνίτες και αρχαιοφύλακες) της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η μείωση των δαπανών για τις ανάγκες της και η προγραμματισμένη εξαθλίωση του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων & Απαλλοτριώσεων είναι η άλλη όψη του νομίσματος που θέλει τα μνημεία κάδρο για επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Στα πλαίσια της ίδιας πολιτικής, της πολιτικής εμπορευματοποίησης της αρχαιολογικής κληρονομιάς, έγινε η θεσμοθέτηση του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης, η δημιουργία του προβληματικού ΟΠΕΠ (Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού) το 1997 και η συνειδητή οικονομική αφαίμαξη του ΤΑΠΑ (Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων & Απαλλοτριώσεων). Τα έσοδα του ΤΑΠΑ, προέρχονται από τα εισιτήρια και τα πωλητήρια των αρχαιολογικών χώρων και των Μουσείων της επικράτειας, καλύπτουν τα κονδύλια των απαλλοτριώσεων για αρχαιολογικούς σκοπούς, τις επιστημονικές εκδόσεις, τα λειτουργικά έξοδα Εφορειών και Μουσείων, το εποπτικό υλικό σε αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία, τα συστήματα ασφαλείας, την παραγωγή αντιγράφων και νέων προϊόντων, που είναι απαραίτητα για τον εμπλουτισμό των πωλητηρίων στα Μουσεία και πολλά άλλα. Να θυμίσουμε ότι στη διετία 2007-2009, 16 ολόκληρα εκατομμύρια ευρώ από το αποθεματικό του ΤΑΠΑ μετακόμισαν σκανδαλωδώς στο Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων και στη (νεκρή πλέον) Εταιρεία Ενοποίησης Αρχαιολογικών Πόρων. Επίσης το 2012, τα αποθεματικά του ΤΑΠΑ, που σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία βρίσκονταν κατατεθειμένα στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπως και των λοιπών ΝΠΔΔ, υπέστησαν «κούρεμα» λόγω της διαδικασίας του PSI. Εξαφανίστηκαν έτσι 21 εκατ. ευρώ που αποτελούσαν περιουσία των μνημείων και του ελληνικού λαού.
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δημοσιεύματα του Τύπου μας πληροφορούν ότι το ξενοδοχειακό συγκρότημα Costa Navarino στο νοτιοδυτικό άκρο της Μεσσήνης, κλείνει τουριστικά πακέτα με τα οποία οι διαμένοντες στα πολυτελή διαμερίσματα της επιχείρησης θα μπορούν για μία ημέρα ή για μία εβδομάδα να παρακολουθήσουν τις ανασκαφές που εκτελούνται από την Εταιρεία Μεσσηνιακών Σπουδών στην αρχαία Μεσσήνη, αλλά και να πάρουν και οι ίδιοι μέρος σε αυτές και θα έχουν την ευκαιρία να μπουν και στο μουσείο της αρχαίας Μεσσήνης,  εκεί όπου μεταφέρονται τα κινητά ευρήματα των ανασκαφών και να συμμετέχουν στη διαλογή και ταξινόμηση των αντικειμένων. Δηλαδή να γίνουν αρχαιολόγοι για μία ημέρα ή για μία εβδομάδα, καταβάλλοντας περίπου 1200 ευρώ.
Η ελιτίστικη διαχείριση της Πολιτιστικής κληρονομιάς μας, που ήδη αναλύσαμε,  εμπλουτίζεται: η επίσκεψη σ’ έναν αρχαιολογικό χώρο διολισθαίνει σε τουριστικό εμπορεύσιμο αξιοθέατο και η γνώση της ιστορίας, της παράδοσης, της επιστήμης εκπίπτει στην κατηγορία της ατραξιόν. Και φυσικά όλα αυτά τα οικειοποιείται μια μεγάλη τουριστική επιχείρηση, η οποία οργανώνει μία κατ’ εξαίρεσιν στενή επαφή με το ιστορικό και αρχαιολογικό παρελθόν, που είναι εφικτή, μόνο αν ανήκει κανείς σε μια εξαιρετική οικονομική ελίτ. Φυσικά, και σε αυτήν την περίπτωση το γράμμα του νόμου που λέει ότι «τα μνημεία είναι εκτός συναλλαγής» αποτελεί μία θλιβερή, αν όχι ενοχλητική λεπτομέρεια. Διότι όπως αναφέρθηκε παραπάνω, είναι άλλο  το εισιτήριο που καταβάλει ο επισκέπτης στο μουσείο ή τον αρχαιολογικό χώρο, αφού τα χρήματα αυτά πηγαίνουν στην φροντίδα του ίδιου του αρχαιολογικού χώρου και άλλο το οργανωμένο τουριστικό πακέτο μιας συγκεκριμένων προδιαγραφών ξενοδοχειακής μονάδας, όπου το αντίτιμο μένει στα ταμεία της επιχείρησης.
Επί της ουσίας, αν μπορεί ο ευκατάστατος επισκέπτης του Costa Navarino να δει τις ανασκαφές σε ένα μοναδικό αρχαιολογικό χώρο της περιοχής, θα πρέπει να μπορεί να κάνει το ίδιο και ο κάθε πολίτης, ντόπιος ή περαστικός που έχει αυτή την επιθυμία στο πλαίσιο της ίσης πρόσβασης των πολιτών στα κοινά και δημόσια αγαθά, χωρίς ταξικές υποσημειώσεις και εξαιρέσεις. Η τέχνη και ο πολιτισμός δεν είναι προνόμιο ορισμένων κοινωνικών ομάδων αλλά δυνατότητα και δικαίωμα κάθε ατόμου.
Οι δημόσιοι αρχαιολογικοί χώροι, τα μουσεία και τα μνημεία ικανοποιούν μια ιδιαίτερη ανθρώπινη ανάγκη, τη δημιουργία ενός μόνιμου αρχείου για το πώς έζησαν οι άνθρωποι και τι πέτυχαν σε έναν αλληλεξαρτώμενο κόσμο. Δηλαδή μπορούν να επιδείξουν στο πλατύ κοινό πώς διαμόρφωσαν τα γεγονότα και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων του παρελθόντος την εμπειρία του παρόντος. Επίσης στους χώρους αυτούς οι άνθρωποι μπορούν να εξερευνήσουν τις προσωπικές τους πεποιθήσεις εν τω μέσω καθολικών αληθειών.
Για όλους αυτούς τους λόγους συμβάλλουν στην πνευματική και πολιτιστική καλλιέργεια του ατόμου και στην ευημερία της κοινωνίας στο σύνολό της. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η σημασία του κοινωνικού τους ρόλου, που είναι να εκπαιδεύσουν τους ίδιους τους ανθρώπους δίνοντάς τους ερεθίσματα να σκέφτονται, να δρούν και να εξελίσσονται.
Οφείλουν λοιπόν με τις δράσεις τους και την εκπαιδευτική και επικοινωνιακή πολιτική τους, να υπηρετούν την ανάπτυξη όλων των πολιτών και όλης της κοινωνίας, να είναι ανοικτά στο ευρύ κοινό, τα σχολεία, τις ομάδες κοινωνικά αποκλεισμένων ατόμων, σε όλες τις ηλικίες, τις εθνικότητες, τα κοινωνικά και μορφωτικά στρώματα, με στόχο την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία (αγωγή της ψυχής) τους.
 Το κράτος οφείλει να τα διατηρεί οικονομικά εύρωστα ώστε να μπορούν να συλλέγουν, να μελετούν, να διατηρούν, και να γνωστοποιούν, μέσω εκθέσεων και δράσεων, τα  τεκμήρια του ανθρώπινου πολιτισμού και περιβάλλοντος σε όλη την κοινωνία, ανεβάζοντας έτσι το πολιτιστικό της επίπεδο, αναβαθμίζοντας το καλλιτεχνικό της αισθητήριο και διευρύνοντας το γνωσιολογικό της πεδίο.
Η σύγχρονη αντίληψη για το ρόλο των μνημείων, των αρχαιολογικών χώρων και των μουσείων, έχει να αντιπαλέψει με τα υπολείμματα του προηγούμενου ελιτίστικου καθεστώτος, που επιμένουν να προορίζουν την Πολιτιστική μας κληρονομιά μόνο για μια «κλειστή» ομάδα ολίγων και εκλεκτών. Στον αντίποδα, έχουν γίνει πολλά βήματα προς την σωστή κατεύθυνση από εργαζόμενους που είναι στρατευμένοι στον παιδευτικό της ρόλο και στοχεύουν στη σύνδεσή της με την κοινωνία και τον απλό πολίτη. Είναι ανάγκη οι μεμονωμένες αυτές προσπάθειες να στηριχθούν και να προωθηθούν από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς (εργαζόμενους, πολιτική ηγεσία, πνευματική και επιστημονική κοινότητα, πολιτιστικά ιδρύματα, πολίτες).
Όσο για την διεθνή προβολή που δήθεν επιτυγχάνεται  με ανάλογες εκδηλώσεις, η Ελλάδα χάνει όταν ευτελίζει η ίδια την κληρονομιά της υποβιβάζοντάς την σε αντικείμενο συναλλαγής και κερδίζει εξάγοντας ορθά τα πολιτιστικά αγαθά της, έχοντας πρωτίστως φροντίσει να εδραιώσει τον παιδευτικό τους ρόλο μέσα στην κοινωνία.
Για τη Δημοκρατική Συνεργασία:
Γιάννης Δελνιώτης, Βαγγέλης Μπρέσιακας, Παναγιώτης Τσιντώνης, Κέρκυρα Χαρχάλου
Δημοσίευση σχολίου